Ανδρομάχη – Λιβάνης: Χωρισμός βόμβα! Όλη η αλήθεια- Αυτός είναι ο λόγος που χώρισαν πριν κλείσουν καν ένα χρόνο γάμου!
Οι τελευταίες ημέρες φαίνεται πως έχουν φέρει αρκετή αναστάτωση γύρω από την προσωπική ζωή της Ανδρομάχης και του Γιώργου Λιβάνη, καθώς οι φήμες που κυκλοφορούν ολοένα και πληθαίνουν. Το ζευγάρι, […]
Ιουλία Καλλιμάνη: Η ημερομηνία του γάμου της με τον Μιχάλη Τουρατζίδη
Η Ιουλία Καλλιμάνη και ο Μιχάλης Τουρατζίδης φαίνεται πως είναι έτοιμοι να κάνουν το επόμενο μεγάλο βήμα στη σχέση τους, καθώς όλα δείχνουν πως σύντομα θα ανέβουν τα σκαλιά της […]
Εύη Βατίδου: Με μικροσκοπικό brazilian μπικίνι βάζει κάτω 20άρες
Για ακόμα ένα καλοκαίρι, η Εύη Βατίδου επέλεξε το αγαπημένο της νησί για να γεμίσει τις μπαταρίες της και να απολαύσει στιγμές ξεγνοιασιάς μακριά από την καθημερινότητα της Αθήνας. Η […]
Η επιθυμία να αποκτήσει κανείς ένα παιδί είναι ίσως ένα από τα πιο βαθιά ανθρώπινα όνειρα.
Για ορισμένους, το ταξίδι προς τη γονεϊκότητα έρχεται φυσικά και αβίαστα. Για άλλους όμως, συνοδεύεται από αναμονή, αγωνία, απογοητεύσεις και πολλές φορές από το δύσκολο ερώτημα: «Θα τα καταφέρουμε τελικά;»
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, περίπου 1 στους 6 ανθρώπους αναπαραγωγικής ηλικίας θα αντιμετωπίσει κάποια στιγμή στη ζωή του πρόβλημα γονιμότητας. Πρόκειται για μια συχνή ιατρική κατάσταση, που αφορά εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Η υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από 12 μήνες τακτικών ελεύθερων επαφών ή μετά από 6 μήνες όταν η γυναίκα είναι άνω των 35 ετών. Αντίθετα με όσα πιστευόταν στο παρελθόν, το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τη γυναίκα. Περίπου το ένα τρίτο των περιπτώσεων σχετίζεται με γυναικείους παράγοντες, το ένα τρίτο με ανδρικούς, ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις συμμετέχουν και οι δύο ή δεν εντοπίζεται σαφές αίτιο.
Από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη γονιμότητα σήμερα είναι η ηλικία. Οι σύγχρονες γυναίκες έχουν μια απαιτητική καθημερινότητα και συχνά επιλέγουν να δημιουργήσουν οικογένεια αργότερα στη ζωή τους. Δεν είναι πλέον σπάνιο να συναντάμε γυναίκες άνω των 40 ετών που επιθυμούν να αποκτήσουν το πρώτο τους παιδί στο πλαίσιο μιας σχέσης ή ως επιλογή μητρότητας με τη χρήση δανεικού σπέρματος.
Η βιολογία όμως έχει τους δικούς της ρυθμούς. Η ωοθηκική εφεδρεία και η ποιότητα των ωαρίων μειώνονται προοδευτικά με την ηλικία, ιδιαίτερα μετά τα 35 και ακόμη περισσότερο μετά τα 40 έτη. Υπολογίζεται ότι στην ηλικία των 40 ετών απομένει λιγότερο από το 5% των ωαρίων, ενω τα ποσοστά μεταλλάξεων κορυφώνονται, γεγονός που εξηγεί γιατί η γονιμότητα μειώνεται σημαντικά μετά από αυτή την ηλικία. Γι’ αυτό η ενημέρωση γύρω από τη γονιμότητα, η έγκαιρη αναπαραγωγική συμβουλευτική και η εξατομικευμένη προσέγγιση έχουν σήμερα ιδιαίτερη σημασία.
Τα τελευταία χρόνια η επιστημονική κοινότητα δίνει μεγαλύτερη προσοχή και στην ανδρόπαυση, γνωστή και ως σύνδρομο ανεπάρκειας τεστοστερόνης του ενήλικα άνδρα. Πρόκειται για μια κατάσταση που σχετίζεται με τη σταδιακή μείωση της τεστοστερόνης και εκδηλώνεται με χαμηλή libido, κόπωση, μειωμένη ενέργεια και σε ορισμένες περιπτώσεις επιδείνωση των παραμέτρων του σπέρματος. Η σωστή αξιολόγηση μπορεί να βοηθήσει τόσο στη γενική υγεία όσο και στη γονιμότητα του άνδρα.
Η πρόοδος της αναπαραγωγικής ιατρικής έχει αλλάξει ριζικά τα δεδομένα. Από τη γέννηση του πρώτου παιδιού με εξωσωματική γονιμοποίηση το 1978 μέχρι σήμερα, περισσότερα από 12 εκατομμύρια παιδιά έχουν γεννηθεί παγκοσμίως χάρη στις τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και η εξωσωματική γονιμοποίηση αποτελεί πλέον μια ασφαλή και καθιερωμένη θεραπεία. Περιλαμβάνει τη διέγερση των ωοθηκών, τη συλλογή των ωαρίων, τη γονιμοποίησή τους στο εργαστήριο και την εμβρυομεταφορά στη μήτρα. Σήμερα, χάρη στη βελτίωση των εργαστηριακών συνθηκών, την καλύτερη επιλογή εμβρύων και την εξατομίκευση της θεραπείας, τα ποσοστά επιτυχίας είναι σημαντικά υψηλότερα σε σχέση με το παρελθόν.
Παράλληλα, οι εξελίξεις της ιατρικής έχουν προσφέρει πολλές ακόμη δυνατότητες. Η κρυοσυντήρηση ωαρίων και εμβρύων με τη μέθοδο της υαλοποίησης επιτρέπει τη διατήρηση της γονιμότητας για το μέλλον. Η μικρογονιμοποίηση (ICSI) έχει δώσει λύση σε χιλιάδες περιπτώσεις σοβαρής ανδρικής υπογονιμότητας, ενώ ο προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος μπορεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να βοηθήσει στην ανίχνευση σοβαρών κληρονομικών νοσημάτων ή χρωμοσωμικών ανωμαλιών πριν από την εμβρυομεταφορά.
Σε γυναίκες με μειωμένη ωοθηκική λειτουργία ή στην περιεμμηνοπαυσιακή περίοδο διερευνώνται τα τελευταία χρόνια και νεότερες μέθοδοι, όπως η χρήση αυτόλογου πλάσματος εμπλουτισμένου με αιμοπετάλια (PRP), ως τεχνική πιθανής ωοθηκικής αναζωογόνησης. Όταν όμως το ωοθηκικό απόθεμα έχει πλέον εξαντληθεί, η δωρεά ωαρίων παραμένει μια εξαιρετικά αποτελεσματική θεραπευτική επιλογή, προσφέροντας τη δυνατότητα μητρότητας.
Σημαντικό ρόλο έχει και η σωστή διερεύνηση πριν ένα ζευγάρι χαρακτηριστεί ως «ανεξήγητης υπογονιμότητας». Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, η υστεροσκόπηση μπορεί να αναδείξει παθολογία μέσα στην κοιλότητα της μήτρας, όπως πολύποδες, συμφύσεις, ενδομητρίτιδα ή διαφράγματα, ενώ η διαγνωστική λαπαροσκόπηση μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση και, όπου χρειάζεται, στην ταυτόχρονη αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων που υποκρύπτονται, όπως η ενδομητρίωση ή οι πυελικές συμφύσεις. Πρόκειται για ελάχιστα επεμβατικές μεθόδους που, όταν υπάρχουν οι κατάλληλες ενδείξεις, μπορούν να αποκαλύψουν παθολογία που δεν φαίνεται πάντα στον βασικό έλεγχο.
Η επιστήμη δεν μπορεί να υποσχεθεί θαύματα. Η πρόοδός της όμως βασίζεται στην ανάγκη να δίνει απαντήσεις σε άλυτα ερωτήματα. Μέσα από αυτή τη διαρκή αναζήτηση προσφέρει ευκαιρίες, επιλογές και ελπίδα, μετατρέποντας πολλές φορές μια δύσκολη διαδρομή σε μια όμορφη συνέχεια με την άφιξη μιας νέας ζωής.