Δημήτρης Γκοτσόπουλος: Η άγνωστη ιστορία του Λάμπρου από τις Άγριες Μέλισσες

Δημοσιεύθηκε: 28 Ιουλίου 2021 18:30
Δημήτρης Γκοτσόπουλος: Η άγνωστη ιστορία του Λάμπρου από τις Άγριες Μέλισσες

«Γεννήθηκα και έζησα τα πρώτα μου χρόνια στο χωριό. Μετά πήγαμε στην Πάτρα. Από την μια ήταν το χωριό του πατέρα μου, πολύ κοντά στην πόλη και πηγαίναμε σχεδόν κάθε απόγευμα.

Από την άλλη ήταν το χωριό της μάνας μου, στα Καλάβρυτα -πηγαίναμε τις γιορτές και τα καλοκαίρια.

Από τα παιδικά μου χρόνια κρατάω πολύ όμορφες αναμνήσεις, ιδίως ως τα δέκα-έντεκα. Αργότερα όταν διάβασα τον “Πεερ Γκυντ” νόμιζα ότι υπήρξα εγώ αυτό το παιδί, ο Πέερ Γκυντ, πάνω στα βουνά, στα άλογα.

Έπαιζα με τα γίδια, με τα τραγιά, σφάζαμε με τον παππού, φώναζε η μάνα μου. Εχω πολύ όμορφες εικόνες αλλά και σκληρές.

Θυμάμαι όταν κατέβαζα τα γίδια από το βουνό κι έπεφτα σε μια αγκαθιά, η γιαγιά μου έλεγε “σήκω κι έλα”… Δεν υπήρχε το “το παιδί έπεσε, χτύπησε”. Οι άνθρωποι ήταν πιο σκληροί» εξομολογείται ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος για το πώς μεγάλωσε.

Γεννήθηκε στην Αχαΐα, πριν 35 χρόνια, στο χωριό Μιράλι, αλλά πήγε σχολείο στην πόλη, στην Πάτρα. Τελειώνοντας το σχολείο, πέρασε σε μια σχολή.

Αλλά τελικά άφησε την πατρίδα του και πήγε στην Αθήνα. Για να σπουδάσει θέατρο. Αυτό ήταν που ήθελε άλλωστε.

Και εδώ και δύο χρόνια είναι ο Λάμπρος, ο δάσκαλος στις «Αγριες Μέλισσες» που αγαπάει την Ελένη.

«Την αγαπούσα πολύ αυτή τη ζωή, τη φύση. Αλλά δεν με γέμιζε. Κάτι άλλο με ανησυχούσε. Αλλά ούτε και η Διοίκηση Επιχειρήσεων που σπούδασα στην Πάτρα με γέμιζε. Αντίθετα, πνιγόμουν.

Ψαχνόμουν από πολύ μικρή ηλικία για το τι θα κάνω. Αγαπούσα πολύ τα θρησκευτικά και σκεφτόμουν να γίνω θεολόγος.

Δεν άργησα να καταλάβω ότι δεν το ήθελα πραγματικά. Ημουν, είμαι ένας ανήσυχος άνθρωπος. Μια φορά στο δημοτικό κάλεσαν την μάνα μου για να της πουν ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα, γιατί …ψάχνομαι.

Η πρώτη φορά

«Πήγαινα Δ’ δημοτικού όταν είδα πρώτη φορά θέατρο. Μας πήγε το σχολείο στον “Μικρό Πρίγκιπα”. Δεν ήταν καθόλου καλή εμπειρία. Βαρέθηκα.

Λυπόμουν τον άνθρωπο που ήταν στην σκηνή και υπέφερε. Δεν ξαναείδα θέατρο ως τα 23 μου. Είχα τελειώσει τις σπουδές μου, είχα πάει και στρατό.

Ενδιαμέσως έκανα και διάφορες δουλειές για βιοποριστικούς λόγους, πλασιέ, σε εταιρεία δημοσκοπήσεων.

Έχω τέσσερις αδελφές. Όταν χάσαμε τον πατέρα μου ήταν πολύ δύσκολο και πολύ αιφνίδιο -η καρδιά του.

Εγώ ήμουν τότε στην Αθήνα, είχα μόλις τελειώσει την πρακτική μου στην Ολυμπιακή Αεροπορία -πριν κλείσει, και ψαχνόμουν για δουλειά.

Εκείνη την ημέρα θα πήγαινα σε μια μεγάλη διαφημιστική εταιρεία. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν να δημιουργώ διαφημίσεις, όπως έλεγα.

Είχα πάρει αυτή την επαγγελματική κατεύθυνση πάνω στην ψυχολογία και την συμπεριφορά του καταναλωτή. Είχα αφήσει βιογραφικά σε διαφημιστικές».

«Εκείνη την ημέρα ήταν που χτύπησε το τηλέφωνο στις εφτά το πρωί. Κατέβηκα στο χωριό κι εκείνο το όνειρο εξαφανίστηκε. Ίσως όμως συνέβη για κάποιο λόγο.

Αφού έχασα τον πατέρα μου έκανα ενδοσκόπηση. Γύρισα στο χωριό για έναν χρόνο, ανέλαβα τα γίδια, τα χωράφια, τις δουλειές του.

Έγινα με κάποιον τρόπο πατέρας στην οικογένειά μου. Όταν το κατάφερα κατάλαβα πια ότι θέλω να ασχοληθώ με ό,τι θα με κάνει πραγματικά χαρούμενο.

Να ζω το παρόν, χωρίς να εγκλωβίζομαι στο παρελθόν, χωρίς να με αγχώνει το μέλλον. Κάτι που να με κάνει να νοιώθω ότι υπάρχω.

«Πώς προέκυψε το θέατρο; Κάποια βράδια στην Πάτρα πηγαίναμε βόλτα στο Ρωμαϊκό Ωδείο κι όποτε είχε συναυλία πηδούσαμε μέσα και την παρακολουθούσαμε.

Ενα βράδυ έπεσα πάνω στον “Θάνατο του Εμποράκου” με τον Θύμιο Καρακατσάνη. Είχαν περάσει δύο μήνες από τον θάνατο του πατέρα μου και κάπως ένοιωσα μια ρωγμή μέσα μου.

Κατάλαβα ότι μπορείς να συνταξεδέψεις με έναν άνθρωπο και να νοιώσεις ότι έχεις ζήσει εσύ αυτό που ζει ο ηθοποιός στην σκηνή.

Κι έκλαψα πολύ –είχα να κλάψω έξι μήνες, γιατί όταν έχασα τον πατέρα μου έπρεπε να είμαι δυνατός. Τότε έσπασα».

 

Οι εξετάσεις στο Εθνικό

«Με πολύ δισταγμό, ανέβηκα στην Αθήνα κι έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό –δεν ήξερα άλλη σχολή. Πέρασα στην πρώτη φάση.

Και την μέρα που ήταν να περάσω στην δεύτερη, πάρκαρα στην θέση του τότε διευθυντή του Εθνικού. Γιατί; Οσο προετοιμαζόμουν για την Σχολή, δούλευα στο Salon de Bricolage -είχε προηγηθεί το Island.

Την μέρα των εξετάσεων δεν άκουσα το ξυπνητήρι και ξύπνησα την ώρα ακριβώς που κανονικά θα έπρεπε να είμαι στις εξετάσεις.

Πήρα το αμάξι γρήγορα και χωρίς να το ξέρω, φτάνοντας στο Εθνικό, πάρκαρα στην θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Κατάλαβα τι θα γινόταν.

Φεύγοντας ένα παιδί μου ανέφερε την σχολή του Ωδείου. Πήγα και με πήραν κατευθείαν. Ήταν εξαιρετικοί οι δάσκαλοί μου κι οι συμφοιτητές μου –μαζί τους έμαθα δεοντολογία. Ο ένας τραβούσε μπροστά τον άλλον.

Στην σχολή πέρασα δύσκολα. Το πρώτο έτος ήταν για μένα ένας άλλος κόσμος. Αν και από το σχολείο αγαπούσα τον κόσμο της λογοτεχνίας, της ποίησης.

Μάθαινα ποιήματα, λάτρευα την Οδύσσεια, τα αρχαία, χωρίς καμία επιρροή από την οικογένειά μου, το κλίμα στην σχολή με ταλαιπώρησε.

Ευτυχώς κάθε χρόνο και λιγότερο. Ημουν απόλυτα αφοσιωμένος κι ήμουν εκεί. Τότε άρχισαν να έρχονται αναμνήσεις από τραγούδια, από μιμήσεις που έκανα στους καθηγητές μου. Βρήκα την σύνδεση που δεν είχα εντοπίσει.

Ετσι όταν βγήκα από την σχολή, έξω, ο κόσμος του θεάτρου μου φάνηκε πιο εύκολος. Ημουν στρατιώτης, αφοσιωμένος, καλά εκπαιδευμένος και αρκετά σίγουρος γι΄αυτή την δουλειά».

«Η πρώτη μου παράσταση ήταν στην Πάτρα, “Χάνσελ και Γκρέτελ στην πρίζα” για παιδιά. Ημουν ο Χάνσελ, ό,τι πιο όμορφο έχω κάνει.

Ακολούθησε ένα εφηβικό έργο και μετά πέρασα από ακρόαση στο Εθνικό για τον “Ιππόλυτο” που έκανε η Λυδία Κονιόρδου. Με πήρε.

Με είδαν μετά ο Σωτήρης Χατζάκης, ο Σταμάτης Φασουλής, ο Γιώργος Λύρας. Συνεργάστηκα σε τρία έργα με τον Σταμάτη Φασουλή –“Νίκη”, “Μάγισσες της Σμύρνης” και “Ωνάσης”, ήταν υπέροχα.

Η πρόταση για μοντέλο

Ως την εφηβεία μου δεν είχα καμία αίσθηση για την εμφάνισή μου. Μετά τα 19-20 άρχισα να νοιώθω όμορφα με τον εαυτό μου και να βλέπω ότι το παρατηρούν κι οι άλλοι.

Αλλά από τα πρώτα πράγματα που έμαθα στην σχολή ήταν να μην στηριχτώ ποτέ σ΄ αυτό. Κάποια στιγμή μου είχαν προτείνει να γίνω και μοντέλο –μου φάνηκε αστείο.

Ωστόσο αν δεν δουλέψεις σκληρά, αν δεν έχεις αντίληψη, τίποτα δεν μπορείς να πετύχεις. Ειλικρινά πιστεύω ότι η ομορφιά όσο εύκολα σου ανοίγει μια πόρτα τόσο εύκολα θα στην κλείσει.

Οταν είσαι όμορφος πρέπει να ξεπεράσεις, με την δουλειά σου, το αυταπόδεικτο».
«Είχα κάνει μια “10η Εντολή” και από εκεί με είδε η Μιράντα Ρωστάντη, casting director στα Κάππα Στούντιο και στις “Αγριες Μέλισσες”.

Είχε δει ένα επεισόδιο, της άρεσα. Μου έστειλε μήνυμα στο facebook για να μου προτείνει ένα καθημερινό. Ημουν μάλιστα αρνητικός –τόλμησα να πω, που να ΄ξερα, ότι δεν είμαι σίγουρος πως θέλω να συμμετάσχω σε ένα καθημερινό. Σκεφτόμουν ότι τα καθημερινά γίνονται πρόχειρα, γρήγορα. Ημουν σχεδόν θρασύς. Επέμεινε. Πήγα.

Από την αρχή ήξερα ότι με ήθελαν για τον δάσκαλο. Κατάλαβα ότι είχαμε μια καλή επαφή με τον σκηνοθέτη, τον Λευτέρη Χαρίτο.

Στο δεύτερο casting νομίζω ότι με είχαν ήδη επιλέξει. Ακολούθησαν κι άλλα. Ηθελαν να δουν πώς δένω με την Ελένη.

Νομίζω ότι πρώτα επέλεξαν εμένα και μετά την Ελένη και μάλιστα νομίζω πως δυσκολεύτηκαν. Είδαν κι άλλες εκτός από την Μαρία Κίτσου.

Στα επόμενα casting είχα σκηνές με την Θεοδοσία, την γυναίκα μου (την Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη), και τον έρωτα της ζωής μου, την Ελένη.

Έκανα κι άλλα casting με σημαντικές ηθοποιούς που τελικά δεν μπήκαν στην σειρά.

 

Το casting με την Κίτσου

Με την πρώτη ματιά ίσως να μην ταιριάζουμε με την Μαρία (Κίτσου) εμφανισιακά. Ομολογώ ότι όταν έκανα το casting μαζί της, ενθουσιάστηκα.

Την ήξερα ως ηθοποιό κι ένοιωσα ότι αν είναι εκείνη στην σειρά, θα πάω κι εγώ, θα πάρω το ρίσκο. Ημουν πολύ θετικός.

Οταν κάναμε την πρώτη σκηνή μαζί φάνηκε πόσο δυνατή χημεία είχαμε. Στην δεύτερη σκηνή μαζί έγινε κάτι μαγικό, το καταλάβαμε κι εμείς και όλοι στο γύρισμα. Τελειώνοντας, είπα στους σεναριογράφους αυθόρμητα, “μα τι ψάχνετε ακόμα;”».

«Ολοι οι ήρωες στις “Mέλισσες” είναι λίγο τσεχωφικοί. Μέσα στην πεζότητα και την καθημερινότητα έχουν μια ποιητικότητα.

Ο Λάμπρος, έτσι τουλάχιστον εγώ τον αντιμετωπίζω, έχει κάποιες καθαρές αξίες. Πολλά στοιχεία από τον Δημήτρη υπάρχουν στον Λάμπρο, και θέλω να υπάρχουν.

Η φωτεινή μου πλευρά, οι ιδέες που έχω, θέλω να τις μπολιάσω σε έναν ήρωα που παλεύει με τα σκοτάδια του.

Ο Λάμπρος έχει παλέψει πολύ με το παρελθόν του, να βρει τον λόγο του, να βρει την ισορροπία του μέσα σε μια σκληρή κοινωνία.

Εχει κάνει πολλά σφάλματα και ψάχνει τον εξαγνισμό. Το μεγαλύτερό του παράπτωμα είναι ότι επέλεξε να αφήσει τον έρωτά του για μια ζωή συμβατική. Πρόδωσε την γυναίκα που παντρεύτηκε.

Εχει έναν μεγάλο ηθικό κώδικα ο Λάμπρος κι αυτός είναι που εμπνέει την Ελένη. Μέσα στο σκοτάδι της εποχής, του χωριού, της αντιδικίας.

Η στάση και η προοπτική του Λάμπρου προς το φως την εμπνέει. Κι αυτό κάνει τον Λάμπρο φωτεινό χαρακτήρα».