ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΡΤΣΙΝΕΒΕΛΟΣ, MD, PhD

Υστεροσκόπηση: Η σύγχρονη μέθοδος για τον έλεγχο της κοιλότητας της μήτρας

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΡΤΣΙΝΕΒΕΛΟΣ, MD, PhD

Μαιευτήρας-Γυναικολόγος

Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών

Εξειδικευθείς στην Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή & Ελάχιστα Επεμβατική Χειρουργική

Επιστημονικός Συνεργάτης Μονάδας Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Institute of LIFE ΜΗΤΕΡΑ

Ιατρείο

Ήβης 4, Μαρούσι, 15124

Τηλ. 210 6924650

Κιν. 6973997171

Email: partsiobgyn@yahoo.com

Η υστεροσκόπηση ανήκει στις σύγχρονες ενδοσκοπικές τεχνικές, με τις οποίες μέσα από ένα οπτικό σύστημα (υστεροσκόπιο) με αυτόνομο φωτισμό (οπτικές ίνες) και τη χρήση διατατικού μέσου (αέριο ή υγρό) είναι δυνατό να επισκοπηθεί το εσωτερικό των οργάνων του ανθρωπίνου σώματος. Η μέθοδος αυτή σήμερα αποτελεί τη μέθοδο εκλογής για τη διάγνωση (διαγνωστική υστεροσκόπηση) και τη θεραπεία (επεμβατική ή χειρουργική υστεροσκόπηση) των περισσότερων παθολογικών καταστάσεων της ενδομητρικής κοιλότητας.

Μεταξύ των ενδείξεων για τη διενέργεια της υστεροσκόπησης προεξάρχουν οι ενδομητρικοί και ενδοτραχηλικοί πολύποδες, τα υποβλεννογόνια ινομυώματα που προβάλλουν στο εσωτερικό της μήτρας, οι ενδομητρικές συμφύσεις που ως ινώδεις ταινίες διαμερισματοποιούν την ενδομητρική κοιλότητα, και οι συγγενείς ανωμαλίες διαπλάσεως της μήτρας με συχνότερη την παρουσία ατελούς διαφράγματος της μήτρας (διθάλαμη μήτρα). Ωστόσο, παρά τη σημαντική πρόοδο των απεικονιστικών τεχνικών στις μέρες μας, όπως της υπερηχογραφίας και της μαγνητικής τομογραφίας, συχνά η υστεροσκόπηση θα εφαρμοστεί σε περιπτώσεις, όπου οι προαναφερθείσες τεχνικές αδυνατούν να εντοπίσουν κάποια παθολογική κατάσταση, όπως σε περιπτώσεις εμμένουσας αιμορραγίας (μηνο- ή μητρορραγίας), καθώς και σε περιπτώσεις υπογονιμότητας ή επανειλημμένων αποβολών. Το πλεονέκτημα της υστεροσκόπησης στις περιπτώσεις αυτές είναι ότι δύναται κανείς να αντιμετωπίσει άμεσα όποια παθολογική κατάσταση αναγνωριστεί, μετατρέποντας τη διαγνωστική υστεροσκόπηση σε χειρουργική (see & treat hysteroscopy), ενώ επί μη ανεύρεσης τέτοιας δύναται να συμπληρώσει την επέμβαση με διαγνωστική απόξεση προς βιοψία-ιστολογική εξέταση.

Πιο σπάνιες ενδείξεις αποτελούν η απομάκρυνση ξένων σωμάτων από την κοιλότητα της μήτρας, όπως ενδομητρικά σπειράματα ή υπολείμματα κύησης μετά από εκκενωτική απόξεση μήτρας, καθώς και η στειροποίηση με την τοποθέτηση εμφυτευμάτων που φράσσουν τις σάλπιγγες.

Αν και η διαγνωστική υστεροσκόπηση δύναται να εφαρμοστεί σε επίπεδο ιατρείου χωρίς αναισθησία ή με περιοχική αναισθησία (office hysteroscopy), η δυνατότητα μετατροπής της σε χειρουργική στην περίπτωση αυτή είναι περιορισμένη. Για το λόγο αυτό, συνήθως επιλέγεται η διενέργειά της σε Νοσοκομείο με βραχείας διάρκειας γενική αναισθησία, συχνά γνωστή ως «μέθη», με γνώμονα την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της ασθενούς.

Μετά από επιμελή αντισηψία εισάγεται ο κολποδιαστολέας, αναγνωρίζεται ο τράχηλος, προωθείται το υστεροσκόπιο και επισκοπείται η ενδοτραχηλική και ενδομητρική κοιλότητα. Ελέγχονται τα τοιχώματα της μήτρας, ο πυθμένας και τα σαλπιγγικά στόμια και επί ανεύρεσης παθολογικής κατάστασης, αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτόπου με τη χρήση υστεροσκοπικών εργαλείων μικροχειρουργικής (ψαλίδια, λαβίδες σύλληψης ή βιοψίας, ρεζεκτοσκοπικά εργαλεία εκτομής ή εξάχνωσης κ.α.). Κατά τη διάρκεια της επέμβασης η εικόνα μεταφέρεται σε οθόνη με κάμερα, που προσαρμόζεται στο υστεροσκόπιο, και η επέμβαση δύναται να αποθηκευτεί με τη χρήση καταγραφικού μέσου σε σκληρό δίσκο, CD ή DVD, ώστε να δοθεί αντίγραφο στην ασθενή.

Η υστεροσκόπηση ανήκει στις εξετάσεις-επεμβάσεις ODC (One Day Clinic), καθώς η γυναίκα είναι σε θέση να επιστρέψει στο σπίτι και στην καθημερινότητά της λίγες ώρες μετά. Μετεγχειρητικά, η ασθενής ενημερώνεται ότι είναι πιθανόν να έχει ελάχιστο αίμα κολπικά, προτείνεται η λήψη ολιγοήμερης προφυλακτικής αντιβιοτικής αγωγής, ενώ σπάνια απαιτείται η λήψη αναλγητικών.

Για πολλές από τις ενδείξεις της υστεροσκόπησης παλαιότερα αλλά συχνά και σήμερα εφαρμόζεται η διαγνωστική απόξεση, ως καταξιωμένη στο χρόνο τεχνική, σαφώς πιο απλή και πιο οικονομική, αφού δεν απαιτεί ειδικό εξοπλισμό, ούτε εξειδίκευση του εκτελούντος Ιατρού στην ελάχιστα επεμβατική χειρουργική (υστεροσκόπηση-λαπαροσκόπηση). Ωστόσο, η ανωτερότητα της υστεροσκοπικής προσέγγισης, με τη λεπτομερή αξιολόγηση της ενδομητρικής κοιλότητας, την αποτελεσματικότερη υπό άμεση όραση κατευθυνόμενη αντιμετώπιση των παθολογικών καταστάσεων αυτής με σεβασμό των γειτονικών φυσιολογικών ανατομικών δομών, και τη δυνατότητα καταγραφής της επέμβασης προς συζήτηση των ευρημάτων με την ασθενή, την καθιστά σήμερα ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια του σύγχρονου Γυναικολόγου.

Ειδικότερα σε ότι αφορά τη διερεύνηση και αντιμετώπιση της γυναικείας υπογονιμότητας, η θέση της υστεροσκόπησης είναι αδιαμφισβήτητη. Αν εξαιρέσει κανείς την περίπτωση της ανεξήγητης υπογονιμότητας που αφορά το 10-15% των υπογόνιμων ζευγαριών, στο 1/3 των υπολοίπων περιπτώσεων, το αίτιο ανευρίσκεται στη γυναίκα, στο 1/3 στον άνδρα και στο 1/3 αφορά και στους δύο συντρόφους. Μεταξύ των αιτίων που αφορούν τη γυναίκα, η σημασία των παθολογικών καταστάσεων της ενδομητρικής κοιλότητας δεν δύναται να παραβλεφθεί, καθώς η επιτυχία της εμφύτευσης του εμβρύου και η έναρξη της κύησης εξαρτάται από την ποιότητα του εμβρύου, την υποδεκτικότητα της μήτρας αλλά και τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Ήταν ήδη γνωστό από την εποχή του Αριστοτέλη (384-322 πΧ) ότι «…η μήτρα είναι ο τόπος της δημιουργίας… εάν ο τόπος αυτός διαταραχθεί είναι μάταιο να περιμένει κανείς καρπούς όσο καλούς σπόρους κι αν έσπειρε…». Σήμερα, δύο χιλιετηρίδες αργότερα, η ρήση αυτή παραμένει πάντα επίκαιρη, και η πρόοδος της επιστήμης σε συνδυασμό με την τεχνολογία έρχεται να την υποστηρίξει σε όφελος της σύγχρονης γυναίκας, που αντιμετωπίζει προβλήματα γονιμότητας. Στην κατεύθυνση αυτή η υστεροσκόπηση μπορεί να προσφέρει τις ανεκτίμητες υπηρεσίες της στο υπογόνιμο ζευγάρι, πριν αυτό καταφύγει στις μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής ή αφού έχει καταφύγει σε αυτές χωρίς την πολυπόθητη επιτυχία.