Γιάννης Στάνκογλου: «Ζούμε σε μια πόλη με δυνατό παλμό και προσωπικά απολαμβάνω τις βόλτες με τη μοτοσικλέτα, έτσι όπως είναι άδεια»

Δημοσιεύθηκε: 17 Ιανουαρίου 2021 17:15
Γιάννης Στάνκογλου: «Ζούμε σε μια πόλη με δυνατό παλμό και προσωπικά απολαμβάνω τις βόλτες με τη μοτοσικλέτα, έτσι όπως είναι άδεια»

H νέα σειρά του φρέσκου προγράμματος του MEGA «Σχεδόν Ενήλικες» διαδραματίζεται στο παρόν. Οι πρωταγωνιστές της γνωρίζουν τις λέξεις «κρίση», «μνημόνιο», «καραντίνα», «κορωνοϊός». Η Μυρτώ Κοντοβά που υπογράφει σενάριο και σκηνοθεσία θέτει θέματα που εντάσσονται στην εποχή της νέας κανονικότητας με φόντο μια κοινωνία που μετασχηματίζεται προσπαθώντας να σταθεί όρθια. Ο Γιάννης Στάνκογλου μαζί με τον Μάκη Παπαδημητρίου, τη Θεοδώρα Τζήμου και τον Γιώργο Παπαγεωργίου είναι οι σχεδόν ενήλικοι πρωταγωνιστές. «Μπορεί να παραμένουμε ανήλικοι όσο κι αν σοβαρευτούμε, γκριζάρουμε, αποκτήσουμε υποχρεώσεις ή θέσεις εξουσίας, ακόμα και στα 40 ή 45 μας χρόνια. Αλλωστε η γενιά μας έχει δοκιμαστεί σε μια πολυετή κρίση, σε συνεχείς αντίξοες συνθήκες», σχολιάζει o ίδιος

Εναν ηθοποιό με ευρύ υποκριτικό φάσμα όπως ο Γιάννης Στάνκογλου δύσκολα μπορείς να τον ταυτίσεις με έναν ρόλο και ακόμα δυσκολότερα μπορείς να τον κατατάξεις σε κάποιο συγκεκριμένο genre. Το πολύπλευρο ταλέντο του δεν μπαίνει σε καλούπια, ενώ αντανακλάται στις επιλογές του και την ταχύτητα της εναλλαγής των ρόλων που υποδύεται. Με φυσιογνωμία που του δίνει τη δυνατότητα να ερμηνεύει μια πλούσια γκάμα ηρώων προσεγγίζει κάθε χαρακτήρα του με τρόπο που αποδεικνύει ότι αντιλαμβάνεται βαθιά την τέχνη της υποκριτικής. Ως συνομιλητής εκπέμπει γοητεία.

«Η υποκριτική τέχνη χρειάζεται οπωσδήποτε μια εσωτερικότητα, αλλά έχει ανάγκη τη φαντασία και το ταλέντο το επίκτητο, αυτό που εξασκείς εάν θες να χτίζεις σημαντικούς ρόλους. Δεν νομίζω ότι οι ηθοποιοί είναι πιο ευαίσθητοι σε σχέση με άλλους επαγγελματίες, είναι καθαρά ατομική υπόθεση του καθενός. Πολύ λίγα πράγματα από αυτά που έχω κάνει στο παρελθόν είχαν ψυχολογικό κόστος. Είμαι ένας ηθοποιός που δουλεύει πολύ στο τραπέζι, πολύ πριν το κείμενο, ψάχνω τον χαρακτήρα και την ιστορία του. Αν ο χαρακτήρας είναι πολύ δύσκολος επηρεάζεσαι και στη ζωή σου, αλλά μεγαλώνοντας και αποκτώντας εμπειρία μαθαίνεις να μη συμπάσχεις και να διατηρείς τη δική σου προσωπικότητα», σημειώνει αναφορικά με την υποκριτική και συνεχίζει: «Κοιτάζομαι στον καθρέφτη επειδή ξυρίζομαι ανά δύο μέρες, έτσι αναγκαστικά βλέπω τις ρυτίδες μου, αλλά ουδόλως με ενοχλούν. Δεν το θεωρώ πρωταρχικής σημασίας.

Παρότι μεγαλώνω αισθάνομαι καλά, προσπαθώ να ισορροπήσω το μέσα μου με το έξω μου. Σχετικά με την ανατροφή των παιδιών μου, αισθάνομαι έντονο το καθήκον της προσφοράς, αν και λένε ότι οι γονείς -είτε καλοί είτε κακοί- είναι μάστιγα για τα παιδιά. Προσπαθώ να τους εξηγήσω τι σημαίνει ελευθερία, τα ενθαρρύνω να υποστηρίζουν την άποψή τους τη στιγμή που έχουν δίκιο, τους υποδεικνύω να βοηθούν άλλους ανθρώπους που είναι διαφορετικοί εξωτερικά και τυχαίνει να βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Αλλά και προσωπικά, όταν δω ότι μπορώ να βοηθήσω με κάποιον τρόπο κάποιες ευπαθείς ομάδες που πραγματικά έχουν ανάγκη, το κάνω με χαρά και αγάπη, γιατί αυτό είναι μέρος της ζωής και αν δεν το κάνεις δεν γίνεται να χαρακτηρίζεσαι άνθρωπος. Δεν έχει σημασία το χρώμα του δέρματος, η θρησκεία ή τα έθιμα. Η επιθυμία ενός γονέα πάντα είναι να μπορέσουν τα παιδιά του να ζήσουν μια ζωή καλύτερη».

Το καλοκαίρι θα ενσαρκώσει τον Προμηθέα Δεσμώτη στο ομώνυμο θεατρικό έργο σε σκηνοθεσία Αρη Μπινιάρη που θα ανέβει στο Φεστιβάλ Επιδαύρου και μετά θα συνεχίσει με περιοδεία. Είναι ένα κείμενο που τον ενδιαφέρει πολύ, ίσως η αγαπημένη του τραγωδία. «Είναι δύσκολο, φιλοσοφικό, και το κείμενο ποιητικό. Θέλει πολύ μεγάλη περίοδο προετοιμασίας. Πέρυσι πάγωσε λόγω πανδημίας. Ο ρόλος του Προμηθέα Δεσμώτη είναι διαχρονικός και υπέροχος. Από τη σχολή ήθελα να τον παίξω. Ο άνθρωπος που έχοντας ελεύθερη βούληση επιλέγει να γίνει και θεός, και να ταλαιπωρηθεί βιώνοντας τις συνέπειες, θα απασχολεί σκηνοθέτες, ηθοποιούς και θεατές όλο και περισσότερο». Αλλωστε θέτει ερωτήματα πάνω σε ζητήματα εξουσίας παρόμοια με αυτά που αναδύονται μέσα από τον ρόλο του Καλιγούλα, τον οποίο ενσάρκωσε σε παράσταση το 2017.

Αν και έχει λογαριασμούς στα social media που ενημερώνει συχνά, πιστεύει περισσότερο στην ανθρώπινη επαφή, τη διά ζώσης επικοινωνία. «Τα κοινωνικά μέσα δεν μας φέρνουν καθόλου κοντά, ίσως μάλιστα και να μας απομακρύνουν. Μας δημιουργείται όμως αυτή η ψευδαίσθηση. Σημαντικό στοιχείο της ανθρώπινης επικοινωνίας είναι ο διάλογος, η επαφή, το κοίταγμα στα μάτια, το να περάσεις χρόνο αγκαλιάζοντας τον άλλον», υποστηρίζει. «Ημουν τολμηρός από μικρό παιδί στον τρόπο που αντιμετώπιζα τη ζωή. Πολλές φορές έχω ρισκάρει. Βέβαια μεγαλώνοντας προσπαθώ να δημιουργήσω ένα δίχτυ ασφαλείας, αλλά πιστεύω πολύ στο να δοκιμάζεις πράγματα, να ξεπερνάς τα όριά σου. Οταν βρίσκεσαι τρεις ώρες επί σκηνής όπως στον “Γιούγκερμαν” και καταθέτεις το σώμα σου, το μυαλό σου, τη φαντασία σου, το νευρικό σου σύστημα, όλο σου το είναι, σίγουρα χρειάζεσαι μια αποσυμπίεση όταν τελειώνει η παράσταση. Οι τρόποι που επιλέγω εγώ είναι να πιω ένα-δυο ουισκάκια, να πάρω αγκαλιά τα παιδιά μου ή να απολαύσω ένα ωραίο δείπνο. Ως ηθοποιοί θέλουμε να πετύχουμε, αλλά υπάρχουν θέματα που πρέπει να επιμεληθούμε που αφορούν την αλληλεγγύη και τη μεγάλη ανασφάλεια του κλάδου», τονίζει ο Γιάννης Στάνκογλου.

«Εχω ταξιδέψει αρκετά. Σίγουρα η ανάγκη και το πάθος για το ταξίδι δεν σταματάνε ποτέ. Μπορεί τη συγκεκριμένη περίοδο να μην κάνω ταξίδια εκτός Ελλάδας λόγω συνθηκών, αλλά μέχρι πρόσφατα ταξιδεύαμε με τα παιδιά εντός όταν μας δινόταν την ευκαιρία. Η καταγωγή μου είναι από την Αδριανούπολη, οι παππούδες μου με την ανταλλαγή πληθυσμών ήρθαν στον Εβρο και εγκαταστάθηκαν στην Ορεστιάδα. Αγαπάω πολύ τον τόπο μου και όταν μου δίνεται η δυνατότητα να αναφερθώ σε αυτόν το κάνω με μεγάλη χαρά, γιατί πιστεύω ότι οι ρίζες μου βρίσκονται εκεί και έχω σμιλευτεί με στοιχεία του τόπου των προγόνων μου. Τα παιδικά μου χρόνια περνούσα τα καλοκαίρια στο χωριό, έχω άσβεστες μνήμες και διατηρώ μέχρι σήμερα τις φιλίες μου από τότε. Ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος. Δούλεψα κι εγώ μαζί του από πολύ μικρός, από 14 χρόνων, το 1988. Η Αθήνα έχει κάτι μαγικό πέρα από τις κάποιες δυσλειτουργίες της». Πράγματι. Την εποχή αυτή η Πνύκα κοντά στο σπίτι του, απαλλαγμένη από τις ορδές των τουριστών, δείχνει ακόμα πιο όμορφη. «Ζούμε σε μια πόλη με δυνατό παλμό και προσωπικά απολαμβάνω τις βόλτες με τη μοτοσικλέτα, έτσι όπως είναι άδεια», συμπληρώνει.

Από τις πρόσφατες ξένες παραγωγές που γυρίστηκαν φέτος εντός ελληνικών συνόρων φαίνεται ότι το Χόλιγουντ έρχεται να μας βρει, αλλά ο Γιάννης Στάνκογλου δεν βιάζεται, ήδη οι μέρες του είναι ασφυκτικά γεμάτες. H διαδικτυακή μετάδοση παραστάσεων του θεάτρου «Πορεία» σε πραγματικό χρόνο, με έξι κάμερες, μέσα στη δυστοπία της πανδημίας, με το χειροκρότημα των θεατών του «Γιούγκερμαν» από τον καναπέ, ίσως να μην είναι στο μέλλον μία εξαίρεση, αλλά ο κανόνας, μία ακόμη δυνατότητα.

«Ακολουθώ το ένστικτό μου, δεν με έχει προδώσει και γι’ αυτό συνεχίζω να το εμπιστεύομαι. Είμαι τυχερός που στο επάγγελμά μου οι αναμνήσεις μου κατά ποσοστό 95% είναι μόνο θετικές, έτσι όταν αναπολώ κάποιο γύρισμα μου έρχεται στον νου η ψυχολογική μου κατάσταση τότε ή η ταινία που γύριζα ταυτόχρονα. Είμαι αισιόδοξος. Αν και η ζωή μας τον τελευταίο χρόνο έχει αλλάξει δραματικά, προσπαθώ να υπερβώ την κατάσταση και να βγω όχι πιο δυνατός, αλλά περισσότερο άνθρωπος. Θα ήθελα να παίζω κάποιο μουσικό όργανο. Αγαπώ όλα τα είδη της μουσικής. Ακόμα κι όταν ετοιμάζω έναν ρόλο εμπνέομαι από τις μουσικές που ακούω. Η σειρά “Σχεδόν ενήλικες” είναι μια δουλειά που την πιστεύω, έχει απίθανο σενάριο που επιμελείται η Μυρτώ Κοντοβά. Είμαστε μια ωραία παρέα με εξαιρετικούς συναδέλφους και επειδή είναι και κωμωδία το γύρισμα είναι πολύ διασκεδαστικό, πέρα από το γεγονός ότι είναι υπέροχο να βγαίνουμε από το σπίτι για να δουλέψουμε», λέει με ειλικρίνεια. Δείχνει να ενθουσιάζεται με την ιδέα της κωμωδίας. Αλλά και με οτιδήποτε είναι αυτό που θα επιλέξει κάθε φορά να καταπιαστεί.

Πριν από δεκατέσσερα χρόνια εμφανίστηκε στο Θέατρο Θησείο στο «Festen», κάτω από τις σκηνοθετικές οδηγίες της μετέπειτα συζύγου του Αλίκης Δανέζη-Κνούτσεν, σχεδόν γυμνός. Δεν έχει χάσει ίχνος από τη λάμψη του, την ενέργειά του και το αψεγάδιαστο σώμα του. Οπως ο ίδιος έχει αποκαλύψει, προτού βγει στη σκηνή, προσπαθώντας να αποβάλει το άγχος του και να αυθυποβληθεί, έλεγε τότε δυνατά στον εαυτό του: «Είσαι θεός, αγόρι μου!».