Quantcast

Γιώργος Μαζωνάκης: «Σίγουρα είμαι πικραμένος, ψυχραμένος» – Όσα είπε στην τελευταία του συνέντευξη 2 μήνες πριν τον θάνατό του

Συντάκτης: Newsroom

9 Σεπτεμβρίου 2026 18:33

Βαρύ πένθος έχει προκαλέσει στον καλλιτεχνικό κόσμο η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 54 ετών. Ο αγαπημένος τραγουδιστής άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Ελπίς», μετά από ανακοπή, σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες που έγιναν γνωστές.

Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός στον χώρο της ελληνικής μουσικής, καθώς ο Γιώργος Μαζωνάκης υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές και αναγνωρίσιμες παρουσίες της ελληνικής σκηνής. Με τη δική του ξεχωριστή αισθητική, την ιδιαίτερη ερμηνεία του και ένα ταμπεραμέντο που δεν έμοιαζε με κανενός άλλου, κατάφερε να δημιουργήσει μια διαδρομή που ξεπερνά τις τρεις δεκαετίες.

Μέσα σε αυτό το βαρύ κλίμα, αποκτούν πλέον διαφορετικό βάρος τα λόγια που είχε πει στην τελευταία του συνέντευξη, τον περασμένο Ιούλιο, μιλώντας ανοιχτά για τη ζωή του, την οικογένειά του, τη δύσκολη περίοδο που πέρασε και όσα τον σημάδεψαν.

Η τελευταία συνέντευξη του Γιώργου Μαζωνάκη

Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε μιλήσει για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για όσα είχαν συμβεί στη ζωή του το προηγούμενο διάστημα, μετά την ακούσια νοσηλεία του στο Δρομοκαΐτειο και τη μεγάλη οικογενειακή ρήξη που ακολούθησε.

Μιλώντας για εκείνη την ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο, είχε εξηγήσει πως προσπάθησε να κρατήσει όσα μπορούσε να διδαχθεί από αυτήν:

«Αυτός ο χρόνος ήταν περιπετειώδης μπορώ να πω. Φρόντισα να πάρω τα καλά στοιχεία που δίνει η κάθε κακή κατάσταση. Έμαθα να μιλάω όποτε θέλω εγώ να μιλάω, όχι όποτε θέλουν οι άλλοι. Είναι μία τακτική που απέκτησα με τα χρόνια. Είμαι από τους ανθρώπους που θέλω να εξηγώ μία κατάσταση με γεγονότα και να έχω το μυαλό μου από μακριά, όχι σε θυμό και νεύρα, να παίρνω την απόστασή μου. Δεν παρακολούθησα τίποτα από ό,τι έλεγαν. Για πολλά χρόνια η έκθεση μου έφερνε τρόμο, από εκεί και μετά από την εμπειρία κατάλαβα ότι είναι πιο καλή η ησυχία. Αν κάποιος με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε να ανοίξω την τηλεόραση γυρνούσα πλευρό και κοιμόμουν.»

Η ρήξη με τη Βάσω και η δύσκολη οικογενειακή περίοδος

Ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης είχε αφιερωθεί στη σχέση του με την αδερφή του, Βάσω Μαζωνάκη, και στη διακοπή της επαγγελματικής τους συνεργασίας.

Ο ίδιος είχε ξεκαθαρίσει πως η αδερφή του δεν υπήρξε manager του, αλλά συνεργάτης του, ενώ οι τελικές αποφάσεις ήταν πάντοτε δικές του.

«Η Βάσω δεν ήταν manager μου, ήταν συνεργάτης, πάντα τις αποφάσεις τις έπαιρνα εγώ. Αυτό άλλαξε πριν πολλά χρόνια. Είμαι ένας άνθρωπος που για να πάρω μία απόφαση πρέπει να δω μία κατάσταση από όλες τις πλευρές. Περάσαμε από πολλές κουβέντες για να καταλάβω ότι δεν μπορούμε να συνεργαστούμε άλλο. Τον τελευταίο χρόνο αυτό έγινε έντονο από τη μεριά της οικογένειας, όχι από εμένα. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται περίεργα όταν είχαμε μία διαφωνία με ένα ακίνητο. Η Βάσω είχε το πληρεξούσιο, δεν ήταν καλυμμένη νομικά. Άρχισε ο χορός του παραλόγου, ούτε με την μία πλευρά ούτε με την άλλη. Άρχισε να γίνεται ένα χάος και έπρεπε σιγά σιγά να ξεμπερδεύουμε τον κόμπο. Για να μην το φέρω τόσο μεγάλο, ήμουν το όνομα της οικογένειας. Κάθε παιδί θα βοηθούσε την οικογένειά του οικονομικά, όπως και η οικογένειά μου στο παρελθόν. Με ακολουθούσαν παντού, με στήριζαν. Τα πράγματα τα θεωρώ πιο απαλά σήμερα. Δεν θεώρησα ποτέ ότι ο εαυτός μου είναι ο υπέρτατος, ο μοναδικός. Πιο πολλές φορές τον εαυτό μου τον υποβίβαζα»

«Δεν θα μιλούσα με την οικογένεια; Δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου»

Ο τραγουδιστής είχε αναφερθεί και στη βαθιά προσωπική διάσταση της οικογενειακής του σύγκρουσης, παραδεχόμενος πως και ο ίδιος θεωρεί ότι έχει μερίδιο ευθύνης σε όσα συνέβησαν.

«Θεωρώ ότι 100% ότι έχω μερίδιο ευθύνης σε ό,τι έγινε με την οικογένειά μου. Ανακάλυψα πολλά πράγματα μέσα από αυτό που δεν ήμουν. Χίλια δυο πράγματα που τα υιοθέτησα που δεν είναι δικά μου. Πρέπει να δούμε τον εαυτό μας απέξω. Βίωσα πολλές πιεστικές καταστάσεις. Δεν αντιδρούσα ποτέ, είχα μία ευγένεια που μπορούσε να με καταστρέψει. Καθόμουν εκεί μέχρι να αλλάξει από μόνο του το πράγμα. Αν μου έλεγε κάποιος πριν χρόνια ότι δεν θα μιλούσα με την οικογένεια θα του έλεγα ότι δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου. Μερικές φορές θεωρώ ότι θα με τσιμπήσεις και θα ξυπνήσω. Ερχόντουσαν στο σπίτι μου χωρίς να τους καλέσουν. ερχόντουσαν όχι για να τα βρούμε, για να μου πουν ότι αυτά που λέω δεν ισχύον. Κάποιες στιγμές η οικογένεια άρχισε να γκρεμίζεται μέσα μου. Είμαι ένας άνθρωπος της οικογένειας. Το αίμα γίνεται νερό. Νομικά το θέμα δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, θα ξεκινήσω να κινούμαι νομικά. Ισχύει η αγωγή του 1.000.000 για τον ακούσιο εγκλεισμό.Σαν άνθρωπος φυσικά θα σκέφτομαι το παρελθόν με το παρόν, παλεύουμε για να ζούμε το τώρα. Έχει να κάνει με τη διαχείριση του πράγματος. Μου έλεγαν να μην κάνω δουλειές με συγγενείς, αλλά τα άκουγα λίγο κλισέ. Έχασα χρήματα, μπαίνουν κι άλλοι συνεργάτες, όχι μόνο η οικογένεια, χάθηκαν όλα αυτά, και οι άνθρωποι και τα χρήματα και όλα».

Η ημέρα που βρέθηκε στο Δρομοκαΐτειο

Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η αφήγησή του για την ημέρα που βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με τον ακούσιο εγκλεισμό του.

«Εγώ πίστευα ότι τα πράγματα ήταν αρκετά αθώα, αρκετά παιδικά. Δεν έχασα την εμπιστοσύνη μου με τους ανθρώπους. Υπήρχε μεγάλη αναστάτωση στο σπίτι μου, γύρισε την ζωή μου τούμπα. Γυρνώ από την βόλτα που έκανα με την Αρίθα, χτυπάει η πόρτα και εμφανίζονται δύο αστυνομικοί με πολιτικά και μου δείχνει το χαρτί και μου λένε ότι πρέπει να πάω στο Δρομοκαϊτειο. Από μικρό παιδί πίστευα ότι κάποια πράγματα τα ένιωθα, τότε ένιωθα περίεργα. Πίστευα πράγματα για τον εαυτό μου που ούτε καν ήταν αλήθεια. Η μια μου η αδερφή ήταν έξω και με περίμενε με το αυτοκίνητο να ακολουθήσει το περιπολικό. Αυτό για εμένα ήταν πάρα πολύ κακό. Εγώ εκείνη την ώρα μαγείρευα, έφαγα, έκανα ντουζ, πήγα στο περιπολικό και πήγα στο Δρομοκαϊτειο. Τα τελευταία χρόνια δεν είχα άγχος με την εξουσία. Μιλούσα με τους αστυνομικούς. Ήμουν ήρεμος και μετά ξεκινούσα να σκέφτομαι τι θα συμβεί. Λέω τι θα κάνω; Άρχισα να σκέφτομαι τα πρακτικά θέματα σε περίπτωση που μείνω. Περίμενα ότι δεν θα με κρατήσουν. Κάτι υποθάλπτει από κάτω, το οποίο δεν το ξέρω. Υπάρχουν και οι ιδιωτικές κλινικές και οι δημόσιες, δεν ήξερα τι συμβαίνει, είμαι ένας άνθρωπος που είμαι ντροπαλός και στην έκθεσή μου κάποιοι θεωρούσαν ότι είμαι αλαζόνας, αυτή ήταν μία άμυνα. Δεν ήταν το πιο εύκολο, φοβόμουν πώς θα με αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι μέσα στη κλινική. Ήταν αρκετά δύσκολο θα πω. Ένιωσα τρόμο και προδοσία. Η χαρά του Δρομοκαϊτειου ήμουν, κάποιοι έλεγαν εντάξει μια χαρά είμαστε αφού είναι και ο Μαζωνάκης εδώ.»

Και συνέχισε περιγράφοντας τι ήταν αυτό που τον φόβισε περισσότερο εκείνη την περίοδο:

«Η δουλειά μου ήταν αυτό φοβόμουν, Γενικά είχαμε κόψει με την οικογένειά μου αρκετό καιρό πριν. Αυτό που με ενόχλησε περισσότερο ήταν ότι είχαν μία καραμέλα που μου το έλεγαν σε ό,τι και να έλεγα τύπου “δεν ξέρεις τι λες”. Σίγουρα είχαν άλλα πράγματα στο μυαλό τους. Θεωρώ ότι ήταν κίνηση πανικού. Προσπαθώ να καταλάβω και μέχρι σήμερα. Όταν πας να κάνεις μία κίνηση σαν αυτή πρέπει να υποστείς και τις συνέπειες. Η κίνηση ήταν ξεκάθαρη. Εμένα με προστάτευσε ο κόσμος. Ένα πράγμα που δεν τα πίστευα. Μέχρι να γίνει αυτή η κατάσταση κάποια πράγματα δεν τα ήξερα, δεν τα πίστευα. Η αγάπη των συγγενών μερικές φορές είναι καταστροφή. Δεν με ξάφνιασαν αυτά που έλεγαν, είχα καταλάβει πως θα κινηθούν. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς κάτι, την αδυναμία του ανθρώπου και να πας να την χρησιμοποιήσεις εναντίον του; Γιατί τώρα; Δεν ένιωσα ποτέ επικίνδυνος για τον εαυτό μου. Μπορεί να αισθάνθηκα με το μέσα μου, με τις σκέψεις μου, με πράγματα που μου τα μεταφέρανε. Εγώ λέω ότι τελικά η ζωή είναι ο αγώνας ο Γιώργος με τον Γιώργο»

«Άρχισα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου»

Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε μιλήσει και για τον τρόπο με τον οποίο βίωσε την οικογενειακή κρίση, αλλά και για το πόσο τον επηρέασαν όσα άρχισε να ακούει γύρω από το όνομά του.

«Μερικές φορές οι άνθρωποι προσπαθούν να σε επηρεάσουν, με επηρέασαν κατά του εαυτού μου. Αρέσει στους ανθρώπους να κάνουν ιστορίες. Όλα έγιναν προφυτικά στη ζωή μου. Δεν ήταν ειλικρινής η οικογένειά μου όταν είπαν ότι θέλουν το καλό μου, ψευδής ήταν αυτό. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν κάποιος άνθρωπος κατά μου. Δεν άνοιξα ποτέ τηλεόραση, δεν πήρα ποτέ δημοσιογράφο τηλέφωνο. Ο Θεός σου δίνει αυτά που αντέχεις, αυτά είναι δοκιμασίες στη ζωή μου. Εμένα η πίστη και η πίστα με έσωσε. Ξεκίνησα από μικρός να κάνω ό,τι έκανα, δεν με βοήθησε κανείς ποτέ. Αυτό που με πληγώνει περισσότερο και κακώς με πληγώνει ότι κάποιος θα πει “έτσι συμπεριφέρθηκε στην οικογένειά του;”. Ακόμα δυστυχώς με ενδιαφέρει η άποψη του κόσμου. Πήγα να κάνω ένα χειρουργείο εκτάκτως, αφαίρεσα τη χολή. Ήξερα ότι όλα αυτά που άρχισα να δέχομαι θα μου βγει κάπου. Μου είπαν για το χειρουργείο της οικογένειάς μου αλλά δεν τους πίστευα στην αρχή. Άρχισα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου, πώς είναι δυνατόν να λένε τέτοια πράγματα η οικογένεια που ήμασταν έτσι. Ήμασταν μία οικογένεια που είχε πολύ χιούμορ, δεν ήμασταν κάθε Κυριακή στο οικογενειακό τραπέζι, ήμασταν πολύ χαλαροί. Ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει, θεωρώ ότι θα τσιμπήσει κάποιος. Ο πατέρας μου είναι ουδέτερος, υποστήριζε πάντα τη μαμά ο μπαμπάς.»

«Η αγάπη ξέρετε τι σημαίνει; Δεν θα πάψω ποτέ να αγαπάω»

Παρά την πίκρα και την απόσταση που είχε δημιουργηθεί, ο τραγουδιστής είχε παραδεχτεί πως μέσα του παρέμενε μια ελπίδα για την οικογένειά του.

«Η αγάπη ξέρετε τι σημαίνει; Δεν θα πάψω ποτέ να αγαπάω, σίγουρα είμαι πικραμένος, ψυχραμένος. Πάντα κρατάω μία ελπίδα που δεν θα σβήσει ποτέ αυτό γιατί πορεύομαι με το καλό. Αν δω τηλέφωνο στο κινητό μου από την οικογένειά μου δεν θα απαντήσω. Όσες φορές το έχω σηκώσει είναι η ίδια συμπεριφορά, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Μόνο ο Θεός συγχωρεί, όχι εγώ. Παλεύω να συγχωρέσω κάποια στιγμή. Με ενόχλησαν διάφορες συμπεριφορές. Με τους συναδέλφους έχω μία σχέση και στάση πολύ ωραία, αυτό που είδα περισσότερο κρατούσαν μία στάση ουδέτερη. Κάποιοι είπαν “δεν ξέρουμε αν το έκαναν”. Με ενόχλησαν πρόσωπα που είχα βοηθήσει εγώ να λένε “πώς το κάνει πάντα τα μπαλώνει και τα ξεπερνάει”. Με ενόχλησε πολύ αυτό. Από πού και ως πού να το πει αυτό ο Αντώνης Ρέμος; Ότι είμαι με το ένα πόδι στο σκοτάδι και με το άλλο στο φως; Σαφώς θα με ενοχλήσει να πει ο κάθε ένας ο,τι θέλει. Εγώ θεωρώ ότι είναι όλα λίγο μύθοι, είμαι πάντα στα οξύμωρα εγώ τα πράγματα. Θεωρώ ότι τα σκοτάδια πολλές φορές είναι μέρα. Τα σκοτάδια που οι άνθρωποι θεωρούν σκοτάδια είναι μέρα για εμένα. Από αυτή την ιστορία εγώ βγαίνω πολύ καλύτερα από πριν».

Μια καριέρα που ξεπέρασε τις τρεις δεκαετίες

Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν υπήρξε απλώς ένας ακόμη δημοφιλής τραγουδιστής. Για περισσότερα από 30 χρόνια αποτέλεσε μία ξεχωριστή φιγούρα της ελληνικής μουσικής, δημιουργώντας τη δική του σχολή και διαμορφώνοντας ένα προσωπικό ύφος που δύσκολα μπορούσε να αντιγραφεί.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Νίκαια του Πειραιά, με καταγωγή από τη Σητεία της Κρήτης, ήρθε από μικρός σε επαφή με το λαϊκό τραγούδι. Μεγάλωσε ακούγοντας μεγάλες φωνές όπως ο Στράτος Διονυσίου, ο Γιάννης Πάριος, η Μαρινέλλα και η Χαρούλα Αλεξίου, ενώ την ίδια στιγμή είχε μεγάλη αγάπη και για το ξένο ροκ.

Ήδη από την ηλικία των 15 ετών είχε καταλάβει πως το τραγούδι δεν θα ήταν απλώς ένα χόμπι, αλλά ο δρόμος που ήθελε να ακολουθήσει στη ζωή του.

Η πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε σε νυχτερινό κέντρο της Πάτρας. Το καλοκαίρι του 1992 ήρθε η μεγάλη ευκαιρία, όταν τον ανακάλυψε η τότε Polygram, η οποία στη συνέχεια πέρασε στη Universal Music. Από εκεί και έπειτα ξεκίνησε μια πορεία που θα τον οδηγούσε στην κορυφή.

https://www.youtube.com/watch?v=UiquLxHf6bk

Από τα «Μεσάνυχτα και κάτι» στις μεγάλες επιτυχίες

Το 1993 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος, «Μεσάνυχτα και κάτι», σηματοδοτώντας την επίσημη έναρξη μιας δισκογραφικής διαδρομής που θα άφηνε πίσω της πολλές μεγάλες επιτυχίες.

Ακολούθησε το «Με τα μάτια να το λες», μέσα από το οποίο ξεχώρισαν τραγούδια όπως τα «3 το πρωί», «Ανήκω σε μένα» και «Μη μου ζητάς».

Το 1996 κυκλοφόρησε το «Μου λείπεις», ένας δίσκος που σημείωσε τεράστια επιτυχία και έγινε χρυσός, ενώ έναν χρόνο αργότερα το «Παιδί της Νύχτας» έγινε πλατινένιο.

Τα επόμενα χρόνια, ο Γιώργος Μαζωνάκης συνέχισε να εμπλουτίζει το ρεπερτόριό του, ενώ συνεργάστηκε με μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, ανάμεσά τους ο Σταμάτης Γονίδης, οι Goin’ Through, ο Νότης Σφακιανάκης και η Μαίρη Λίντα.

Το 2002 συμμετείχε και στο soundtrack της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου», ερμηνεύοντας τα τραγούδια «Καμικάζι» και «Ξημερώνει πάλι».

Η αισθητική που έγινε σήμα κατατεθέν

Αν κάτι χαρακτήριζε τον Γιώργο Μαζωνάκη σε όλη του την πορεία, αυτό ήταν η άρνησή του να ακολουθήσει την πεπατημένη.

Με τη συνεργασία του με τον Κωνσταντίνο Ρήγο, οι εμφανίσεις του στη νυχτερινή Αθήνα απέκτησαν διαφορετική αισθητική, συνδυάζοντας το λαϊκό τραγούδι με στοιχεία θεάματος και μόδας.

Οι επιλογές του στην εμφάνιση, από τις φούστες μέχρι τις πλατφόρμες και τα ιδιαίτερα κοστούμια, συζητήθηκαν έντονα. Εκείνος, όμως, δεν έκανε πίσω. Συνέχισε να εκφράζεται όπως ακριβώς αισθανόταν, χωρίς να ενδιαφέρεται να χωρέσει στα καλούπια της εποχής.

Αυτή ακριβώς η διαφορετικότητά του ήταν που τον έκανε να ξεχωρίσει.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης δημιούργησε μια προσωπική ταυτότητα, συνδέοντας το λαϊκό τραγούδι με μια πιο σύγχρονη, τολμηρή και συχνά ανατρεπτική αισθητική.

Οι εμφανίσεις του δεν περιορίστηκαν στην Ελλάδα. Ταξίδεψε με τη μουσική του στην Κύπρο, τη Γερμανία, την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχοντας πάντα στο πλευρό του ένα κοινό που τον ακολουθούσε πιστά.

Σήμερα, η απώλειά του αφήνει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική μουσική. Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε από τη ζωή στα 54 του, όμως η φωνή, τα τραγούδια, η εικόνα και κυρίως η ξεχωριστή προσωπικότητα που δημιούργησε όλα αυτά τα χρόνια θα παραμείνουν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του κοινού.