Modus vivendi: Πώς η τεχνολογία φρέναρε στο μάξιμουμ τη γλυκιά αγωνία της εκτύπωσης

Δεν θα ξεχάσω μια φορά κι έναν καιρό τον «θείο Πέτρο», πες τον Πέτρο Κωστόπουλο, που, επειδή δεν γνώριζε καλά το Internet, καθόλου για ν’ ακριβολογώ -και το λέω με αγάπη κι εκτίμηση, όπως πάντα- φρέναρε το thea.gr. Οι διαφημίσεις, βλέπετε, για ιστοσελίδες, εν έτει 2001 ή 2002, θα σας γελάσω, έχουν περάσει και χρόνια έκτοτε, δεν «έπεφταν βροχή». Ούτε καν «έπεφταν», για να είμαι απόλυτα σαφής. Μία, δύο, τρεις, ο άνθρωπος έμπαινε μέσα και μια, καθόλου ωραία, πρωία το ‘κλεισε το μαγαζί.

Το lifestyle και το Internet

Τα χρόνια πέρασαν και τώρα, ως γνωστόν (ή όχι και τόσο γνωστό), δηλώνει: «Δεν θα ξανακάνω έντυπο». Μάλλον, καθώς φαίνεται, δεν σκοπεύει γενικώς να ξανασχοληθεί με εκδόσεις -έντυπες ή ηλεκτρονικές. Όπως και να ‘χει, κατέληξε υπέρμαχος, από πολέμιος του Internet και από μια πλευρά τον αντιλαμβάνομαι. Το thea.gr, που ντεμπουτάρισε το, χαρωπό οικονομικά, 1999 ήταν η τρίτη ιστοσελίδα στην Ελλάδα -μετά το in.gr. και το flash.gr- και η μόνη τότε καλής ζωής. Κυριολεκτικά. Κι όταν λέω καλής ζωής, εννοώ modus vivendi, lifestyle. Tο διευκρινίζω διότι σε αυτή τη χώρα -και αλλού, δεν διεκδικούμε ούτε στην προκειμένη δάφνες πρωτοτυπίας- έχουμε την τάση να μπερδεύουμε τις έννοιες και να στροφάρουμε το lifestyle στο gossip. Στην πιο soft του βερσιόν, την πιο συμπαθή – εννοείται.

Στο διά ταύτα: Το Διαδίκτυο και για τους δημοσιογράφους είναι λέξη-κλειδί. Έχεις πρώτος την είδηση, κάνεις «ζημιά» στον έντυπο Τύπο αν το επιδιώκεις, έχεις τη δυνατότητα ν’ αλλάξεις το κείμενο και να μην το βλέπει ο viewer, να προσθαφαιρέσεις. Γενικώς, να παίξεις κατά το δοκούν. Στο έντυπο, ό,τι έγινε, έγινε. Scripta manent. Τα γραπτά μένουν και εννοώ τα έντυπα γραπτά.

Ουχί τα ηλεκτρονικά και το γράφω με πικρία διότι είμαι μάλλον η μοναδική εν Ελλάδι που έκανε live συνέντευξη στη χώρα μας στη Gisele Bundchen. Στα παρασκήνια του σόου της Σήλιας Κριθαριώτη, πάλι το 2001, αν θυμάμαι, ήταν. Με είχε περάσει για μοντέλο, αφού τριγυρνούσα με sur mesure cocktail dress, είμαι και «ψηλέγκω» και το στόρι βγήκε κα-τα-πλη-κτι-κό. Πλάκα κάνω, ήξερε ότι ήμουν απ’ την ΙΜΑΚΟ. Όμως, το site τότε βρισκόταν σε «ντελίριο», έπεφτε ο server, ψάχναμε σχεδόν ποιοι… ήμασταν. Αποτέλεσμα: Σε ελάχιστες ώρες, καθώς δεν υπήρχε τεχνικό backup ή ήταν αμελητέας ποσότητας, τη συνέντευξη την είχε «καταπιεί» αυτός ο «γενναίος, νέος κόσμος», όπως τότε αποκαλούσε το Internet ο Γιώργος Μελισσινός και το τιμ του, παρέα με τη Μαρία Μπακοδήμου – και το κατέστησαν πανελλήνιο trend.

Η τεχνολογία και η εκτύπωση

Έκανα αυτό το «γιγαντώδες» lead για να σας παραπέμψω στην απώλεια μιας γλυκιάς αγωνίας. Αυτής της τρυφερής αγωνίας που ακούει στο «πότε θα τυπωθούν οι φωτογραφίες απ’ τη γιορτή, το ταξίδι, τη βόλτα μας στο πάρκο». Απ’ οπουδήποτε. Ή πότε θα τυπωθεί η συνέντευξη με τον/την τάδε ή η έρευνα. Θέλω να καλοσκεφτείτε την ομορφιά της εκτύπωσης – που μένει. Και αν το καλοσκεφτείτε, ν’ αναρωτηθείτε, σε δεύτερο πια χρόνο, πού πάει ο έντυπος Τύπος. Η απάντηση είναι, δυστυχώς, μία: Στο άπειρο όχι, στο μηδέν πιθανότερο.

Άσχετο αν δεν μπορώ να ζήσω πια χωρίς τεχνολογία και δεν εννοώ χωρίς social media, αυτή είναι άλλου τύπου ασθένεια και «χτυπάει» τους 20άρηδες, 30άρηδες, όχι τους 40+, η τρυφερή αγωνία της εκτύπωσης έχει εξαλειφθεί.  Όχι μόνο με τη χρηστική συμβολή της τεχνολογίας αλλάζεις τον εαυτό σου -ξανά κατά το δοκούν- και γίνεσαι από 45 (καλή ώρα), 25 ή 65, έτσι,  «γιατί μπορείς» που είναι και έκφραση της… μοδός, αλλά παίζεις σαν πιτσιρίκι. Παρανοείς κιόλας αν το «παραδείς» το «έργο» πιο έντονα απ’ ό,τι τού αξίζει. Κι εδώ ο βαθμός επικινδυνότητας είναι μεγάλος, ειδικά αν είσαι έφηβος και «ψάχνεσαι».

 

Το παιχνίδι της αλλοίωσης

Με χρώματα, εφέ, μπακγκράουντ, αλλοιώνεις τα πάντα όλα. Αν, δε, έχεις και κολλητό γραφίστα ή είσαι κονεσέρ του Photoshop (δεν είμαι, σόρι, επιβάλλεται κάποια στιγμή, το «ζητά» το επάγγελμα κι ας λέγεται δημοσιογραφία, hello!) μοιάζει ότι φωτογραφίζεσαι απ’ τους πάγους της Ισλανδίας στη Χαβάη μόλις μέσα σε δυο 24ωρα.

Όλα fake news κι άσε το… lifestyle στον ιλουστρέ, αμπαλαρισμένο κόσμο του και τους followers να «ζαλίζονται». Πού πήγε, όμως, το ζεστό άρωμα του τυπογραφείου, πού πήγε η «γεύση» απ’ τον σκοτεινό θάλαμο που την έχεις στον νου σου λες και ήταν όνειρο; Λες και δεν υπήρξε ποτέ; Στο άπειρο; Όχι, στο μηδέν – και αυτή.

TIP

Σας προ(σ)καλώ, φίλοι, να μετρήσετε πόσες απ’ τις φωτογραφίες που έχετε τραβήξει τα τελευταία πέντε χρόνια έχετε τυπώσει. Αν είναι πάνω απ’ τις μισές, τα παραπάνω είναι άκυρα. Η γλυκιά αγωνία δεν έχει σβήσει. Κάτι, ωστόσο, μέσα μου μού λέει επίμονα πως δεν είστε πάνω από δέκα στους χίλιους που ανήκετε σε αυτήν την κατηγορία. Και το ερώτημα είναι ένα – ρητορικό: Δεν σας λείπει; Πότε θα επιστρέψει η «belle epoque» του printing; Έλα μου ντε… Και τι χάσατε όσοι δεν την προλάβατε… Άλλο να το λέμε, άλλο να το ζείτε!

Ντονατέλλα Αδάμου