Σινεμά: Οι ταινίες που κάνουν πρεμιέρα

Συντάκτης: Συντακτική ομάδα

18 Μαΐου 2023 11:07

Τρεις γαλλικές ταινίες, με το δικό τους ενδιαφέρον, κυριαρχούν ανάμεσα στις έξι πρεμιέρες που βγαίνουν απόψε στους κινηματογράφους.

Η κριτική από το ΑΠΕ-ΜΠΕ:

Ο Σοφέρ της Κυρίας Μαντλέν

(Une Belle Course) Κομεντί, γαλλικής και βελγικής παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Κριστιάν Καρόν, με τους Ντάνι Μπουν, Λιν Ρενό, Αλίς Ισάζ, Ζουλί Ντελαρμέ κα.

Συμπαθητική, αν και συμβατικά γυρισμένη, γλυκόπικρη και συγκινητική δραματική κομεντί, για τη συνύπαρξη ενός αταίριαστου ζευγαριού, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο και έχει για πρωταγωνιστικό δίδυμο την απόμαχη Γαλλίδα ηθοποιό Λιν Ρενό και τον δημοφιλή κωμικό Ντάνι Μπουν.

Ο έμπειρος Κριστιάν Καρόν («Καλά Χριστούγεννα», «Εξαφάνιση Ανηλίκου») με τη σημαντική βοήθεια του διευθυντή φωτογραφίας Πιέρ Κορετό, μας κάνει βόλτα στο Παρίσι, ενώ το όχημα βρίσκεται εντός του στούντιο, χρησιμοποιώντας εικόνες που προβάλλονται από οθόνη LCD 4K, μια τεχνική που γίνεται για πρώτη φορά σε ταινία μεγάλου μήκους, αν και υπάρχουν και ζωντανές σκηνές και πλάνα της Πόλης του Φωτός.

Μια 90χρονη γιαγιά παίρνει ένα ταξί, για μια μεγάλη διαδρομή, διασχίζοντας όλο το Παρίσι. Οδηγός είναι ένας 45άρης, που κουβαλά όλες τις νευρώσεις της εποχής, είναι βιαστικός, γκρινιάρης, καταχρεωμένος, μες στο άγχος και τον καθημερινό φόβο. Απ’ την άλλη, δίπλα του κάθεται μια ευγενική γιαγιά, που θέλει να τραβήξει η κούρσα όσο μπορεί περισσότερο, καθώς θα είναι η τελευταία της πριν μπει σε έναν οίκο ευγηρίας. Οι αναμνήσεις της, οι έρωτές της, οι τραγωδίες που έζησε ζωντανεύουν και μαζί η σχέση της με τον ταξιτζή, τον οποίο επηρεάζει και αρχίζει να αντιλαμβάνεται διαφορετικά τη ζωή.

Δραμεντί ευγενικών συναισθημάτων, με αφηγηματική απλότητα, που δίνει χώρο στους ηθοποιούς να αναπτύξουν τους χαρακτήρες τους και τη χημεία μεταξύ τους. Ταξιδεύοντας πίσω στον χρόνο, με τα φλας μπακ στη ζωή της γηραιάς κυρίας, το σενάριο των Καρόν – Ζελί θα αναδείξει το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας, χωρίς, ωστόσο, να εμβαθύνει ή να τολμά να μπει στην ουσία, προκειμένου η ταινία να μην χάσει το ευρύ κοινό, να χαλάσει τη συνταγή μίας εμπορικής επιτυχίας.

Μια χαλαρή γλυκόπικρη ταινία, που επιζητά τη συγκίνηση και τα καταφέρνει ως ένα βαθμό, με σκηνικό ένα γοητευτικό Παρίσι και τη χρησιμοποίηση αρκετών καλών τραγουδιών τζαζ με τις υπέροχες φωνές των Ντίνα Ουάσινγκτον και Έτα Τζέιμς.

Όσον αφορά τους δυο πρωταγωνιστές, ο Ντάνι Μπουν, αποφεύγοντας τις υπερβολές, είναι φυσικός και πειστικός σαν οδηγός ταξί, ενώ η 92χρονη Λιν Ρενό είναι αυτή που βάζει τις αποχρώσεις, δίνει το όποιο βάθος της ιστορίας και τη δύναμη μιας γυναίκας που έζησε πολλά και ξέρει τον προορισμό της. Αδιάφορες σχετικά οι υπόλοιπες ερμηνείες.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η 90χρονη Μαντλέν, καλεί ένα ταξί. Ο Σαρλ, ένας απογοητευμένος από τη ζωή του οδηγός με τρυφερή καρδιά, δέχεται να την περάσει, από τα μέρη που επηρέασαν τη ζωή της. Μέσα από τους δρόμους του Παρισιού, αποκαλύπτεται το εξαιρετικό παρελθόν της. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, θα δημιουργηθεί μια φιλία, που θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα.

Ο Τελευταίος Χορός

(En Corps) Κομεντί, γαλλικής και βελγικής παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Σεντρίκ Κλαπίς, με τους Μαριόν Μπαρμπό, Πίο Μαρμάι, Ντενίς Πονταλιντές, Φρανσουά Σιβίλ κα.

Το όνειρο κάθε μπαλαρίνας είναι να χορέψει την Οντέτ στη «Λίμνη των κύκνων». Φανταστείτε τι σημαίνει για μια νέα χορεύτρια ο σοβαρός τραυματισμός ενώ απομένουν λίγα λεπτά από το τελευταίο και θερμό χειροκρότημα του κοινού. Και μάλιστα ένας τραυματισμός που θα της στερήσει το μπαλέτο, τον χορό, για το υπόλοιπο της ζωής της.

Αυτή είναι η αφετηρία της χαριτωμένης και ανάλαφρης κομεντί του σπεσιαλίστα στο είδος Σεντρίκ Κλαπίς («Μια Γαλλίδα στο Μανχάταν», «Μόνοι στο Παρίσι»), στην οποία κάνει την πρώτη της εμφάνιση ως ηθοποιός η Μαριόν Μπαρμπό, ανερχόμενη πρίμα μπαλαρίνα της Όπερας του Παρισιού.

Όμως, δεν είναι μόνο ο τραυματισμός που θα χτυπήσει τη χορεύτρια, αλλά και ο τσακωμός με το αγόρι της, όταν θα το πιάσει στο κρεβάτι με την αναπληρώτρια χορεύτρια του ρόλου της. Μοναδική διέξοδος η φυγή προς την περιφέρεια και μια γραφική τοποθεσία, όπου θα βρει νέους φίλους, νέο έρωτα και το σημαντικότερο, μία νέα ευκαιρία για να ξαναχορέψει σε μία ομάδα σύγχρονου χορού, κάτι που θα την βοηθήσει να επανασυνδεθεί και με τον πατέρα της, αλλά και να βρει και πάλι τον εαυτό της.

Αν και το σενάριο φαντάζει εκ πρώτης όψεως, ολίγον τι δραματικό, η ταινία έχει μία ελαφράδα και το απαραίτητο χιούμορ, που την κάνει όσο πρέπει εύπεπτη και απ’ την άλλη, δίνοντας ελπίδες για τη θέληση της ηρωίδας να αντιμετωπίσει τις ατυχίες της ζωής. Ένα φιλμ για τον αγώνα, τις προσπάθειες ψυχικής ενδυνάμωσης και της απότομης ενηλικίωσης, την πίστη για ζωή. Βεβαίως, το φιλμ έχει όρια, δεν ξεφεύγει από ορισμένα κλισέ του είδους, αλλά σίγουρα δεν είναι μία «αμερικανιά» με γαλλική, απλώς, φινέτσα.

Επειδή, όμως, την ταινία θα τη δουν και πολλά κορίτσια που αγαπούν τον χορό, δεν πρέπει να παρεξηγήσουν το θέμα της ιστορίας, να αποθαρρυνθούν για τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους που κρύβει το κλασικό μπαλέτο. Το μπαλέτο πάντα θα είναι η απαραίτητη βάση, για οποιονδήποτε χορό, ένα σημαντικό εφόδιο για της τέχνες και για την ίδια τη ζωή. Το αποδεικνύει και η ταινία, την οποία βοηθούν με την παρουσία τους και τα νιάτα τους οι πρωταγωνιστές.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η Ελίζ νόμιζε ότι είχε την τέλεια ζωή: τον ιδανικό σύντροφο και μια καριέρα ως μπαλαρίνα. Όλα γκρεμίζονται όταν τσακώνει τον φίλο της με την αναπληρώτρια χορεύτριά της, και αφού τραυματίζεται στη σκηνή, όλα δείχνουν ότι δεν θα μπορέσει να χορέψει ξανά. Ο δρόμος για την φυσική αλλά και ψυχολογική ανάκαμψη θα την οδηγήσει, μακριά από το Παρίσι σε μία γραφική τοποθεσία, όπου οι φίλοι, ένας νέος έρωτας και η ελευθερία του σύγχρονου χορού θα την βοηθήσουν να επανασυνδεθεί με τον πατέρα της, αλλά πιο σημαντικά, με τον ίδιο της τον εαυτό.

Σιμόν Βέιλ: Η Γυναίκα του Αιώνα

(Simone, le Voyage du Siècle) Βιογραφικό δράμα, γαλλικής παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Ολιβιέ Νταχάν, με τους Έλσα Ζιλμπερστάιν, Ρεμπέκα Μάρντερ, Ολιβιέ Γκουρμέ, Ελοντί Μπουκέ κα.

Όχι, δεν πρόκειται για τη βιογραφία της Γαλλίδας φιλοσόφου και αγωνίστριας της αντίστασης κατά των Γερμανών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά του φασισμού, που είχε χαρακτηρίσει ο Αλμπέρ Καμί «το μοναδικό μεγάλο πνεύμα της εποχής». Είναι η βιογραφία, που φτάνει στα όρια της αγιογραφίας, της γνωστής πολιτικού Σιμόν Βέιλ, μιας γυναίκας που έδωσε μάχες για την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη χειραφέτηση της γυναίκας και το δικαίωμά της στην άμβλωση, επέζησε από το στρατόπεδο του Άουσβιτς και υπήρξε η πρώτη που εκλέχθηκε το 1979 ως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενώ διετέλεσε και υπουργός Υγείας, καθώς και πρόεδρος στο Ίδρυμα για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος.

Ο Ολιβιέ Νταχάν, που έχει καθιερωθεί ως σκηνοθέτης βιογραφιών («Ζωή Σαν Τριαντάφυλλο», για την Έντιθ Πιαφ, «Η Γκρέις του Μονακό» κλπ), αποφεύγει σε αυτή τη δραματική βιογραφία του, σε μεγάλο βαθμό, την ακαδημαϊκή αφήγηση, δίνοντας ζωντάνια και μια οικειότητα στην ηρωίδα του, με τις προσωπικές ιστορίες της. Ιστορίες, πολλές φορές δύσκολες, που αναδεικνύουν τη νεανική της μαχητικότητα, κόντρα στις πεποιθήσεις της εποχής της, το πατριαρχικό μοντέλο και κάνοντας αγώνες για τα ουμανιστικά ιδεώδη και κυρίως, την ωριμότητα της για τα δικαιώματα της γυναίκας. Ωστόσο, ο Νταχάν δεν αποφεύγει τις παγίδες μιας βιογραφίας, που θέλει να εξυμνήσει μια πολιτικό, μιας άλλης εποχής, με σημερινή οπτική και το συνολικό αποτύπωμά της στα δημόσια πράγματα, όπου είχε κυρίαρχο ρόλο.

Η Σιμόν Βέιλ ήταν πολιτικός σε μια εποχή, που στην Ευρώπη οι λογιστές ασχολούνταν με τη λογιστική και όχι με την πολιτική και πέρα από τους αριθμούς έπρεπε να ευημερούν και οι λαοί της τότε γνωστής ως ΕΟΚ.

Ωστόσο, οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν αλλάζουν, πολλές φορές μπαίνοντας σε καλούπια που δεν τους ταιριάζουν, συμβιβάζονται με το ελιτίστικο περιβάλλον στο οποίο κινούνται. Είναι ένας λόγος κριτικής για έναν πολιτικό, αλλά για τον Νταχάν ακόμη ένας λόγος αποθέωσης της Βέιλ, αναδεικνύοντας μόνο την αντιπαράθεσή της με τον Λεπέν και τις μισαλλόδοξες απόψεις του. Την ίδια ώρα, όμως, έμπαιναν οι βάσεις για τα όσα ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρώπη.

Η Ευρώπη και ειδικά η Γαλλία είναι φανερό ότι αναζητούν προσωπικότητες του παρελθόντος που θα τονώσουν τη λεγόμενη «ευρωπαϊκή ιδέα» και που έδωσαν μάχες εναντίον της βαρβαρότητας, υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η Σιμόν Βέιλ, μπορεί να είναι ένα τέτοιο πρότυπο, σε μία κατακερματισμένη σήμερα Ευρώπη και σε μια Γαλλία που βρίσκεται στα «κάγκελα», με στόχο και τον κατευνασμό των οξυμένων πνευμάτων, αλλά η ταινία του Νταχάν δείχνει υπερβολικά συγκαταβατική προς αυτό τον στόχο, χάνοντας στο τέλος και σημαντικό μέρος του ενδιαφέροντός της.

Η Έλσα Ζιλμπερστάιν είναι επαρκής και αξίζει μία μνεία για τις επτά ώρες μακιγιάζ που χρειαζόταν για να μπει στο πλατό, ενώ η Ρεμπέκα Μάρντερ, στον ρόλο της νεαρής Σιμόν, με τη θελκτική της εμφάνιση και την έξαψη των νιάτων της, κερδίζει τις εντυπώσεις.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Το πεπρωμένο της Σιμόν Βέιλ, τα παιδικά της χρόνια, οι πολιτικές της μάχες, οι τραγωδίες της. Το επικό και οικείο πορτρέτο μιας γυναίκας με εξαιρετική σταδιοδρομία που συγκλόνισε την εποχή της, υπερασπιζόμενη ένα ανθρωπιστικό μήνυμα που παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ.

Fast X

(Fast X) Περιπέτεια, αμερικάνικης παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Λουί Λετεριέ, με τους Βιν Ντίζελ, Τζέισον Μομόα, Άλαν Ρίτσον, Ρίτα Μορένο, Μισέλ Ροντρίγκεζ, Τζέισον Στέιθαμ, Σουνγκ Τσανγκ, Μπρι Λάρσον, Σαρλίζ Θερόν,Ταϊρίζ Γκίμπσον κα.

Οι Μαχητές των δρόμων επιστρέφουν, με τέρμα τα γκάζια, στη δέκατη ταινία του δημοφιλούς κινηματογραφικού φραντσάιζ. Οι φίλοι της ξέφρενης ταχύτητας, των καυτών «φτιαγμένων» λαμαρινών, των αφύσικα θεαματικών σκηνών με κόντρες, αυτοκινήτων που σχίζουν τον αέρα, αλλά και το γνώριμο μπουνοκλωτσίδι να δίνει και να παίρνει, μάλλον θα ευχαριστηθούν την περιπέτεια δράσης του εξειδικευμένου στις περιπέτειες και τις υπερηρωϊκές ταινίες Λουί Λετεριέ («Η Tιτανομαχία», «Ο Απίθανος Χαλκ»), αν και αυτή τη φορά θα πρέπει να προστατέψουν τα αυτιά τους από τα μουγκρίσματα των σούπερ κινητήρων και τις εκρήξεις.

Με τον Βιν Ντίζελ στο τιμόνι και είκοσι χρόνια μεγαλύτερο από την πρώτη ταινία του φραντσάιζ, ο στόχος και πάλι είναι μία απενεχοποιημένη περιπέτεια δίχως όρια, με εντυπωσιακές σκηνές δράσης, σούπερ τετράτροχα, συμπαθείς ήρωες αλλά και τη φαντασία να δείχνει ότι, αντιθέτως με το γεμάτο ρεζερβουάρ της θεαματικότητας, εξαντλείται, οι μηχανισμοί της αφήγησης και του σεναρίου ρετάρουν.

Με προϋπολογισμό, μετριοπαθών εκτιμήσεων, που ξεπερνά τα 300 εκατομμύρια δολάρια και γυρίσματα στο Λονδίνο, το Τορίνο, τη Λισαβόνα, το Λος Άντζελες και κυρίως στη Ρώμη, όπου γίνεται και ο κακός χαμός, το στόρι λίγο πολύ επαναλαμβάνεται όταν η απειλή ξεπροβάλει από το παρελθόν, διψάει για εκδίκηση, σκοπεύοντας να διαλύσει τη ζωή και όσα αγαπάει ο Ντομ Τορέτο.

Διασκεδαστική και αρκούντως χορταστική περιπέτεια (140 λεπτών), που μπορεί να προκαλεί επιφωνήματα θαυμασμού για ορισμένες σκηνές και γέλια για τον χαμό που επικρατεί σχεδόν σε κάθε πλάνο, ωστόσο, η επανάληψη των σκηνών με τα ιπτάμενα αυτοκίνητα, τις εκρήξεις, την ακρότητα των καταστάσεων – να μεγεθύνεται, ίσως αρχίσουν να κουράζουν ακόμη και τους φαν του φραντσάιζ.

Τελικώς, τα χρήματα, που δαπανήθηκαν, φαίνεται ότι δεν είναι το παν, τα γκεστ καλών και γνωστών σταρ μάλλον μοιάζουν με τα μπιχλιμπίδια που μπαίνουν στο καθρεφτάκι των αυτοκινήτων και ο σκηνοθέτης τελικά προτιμά τον αυτόματο πιλότο και τα κλισέ παρά το ρίσκο να κάνει κάτι διαφορετικό, μια ταινία που να δικαιολογεί τη φήμη της, όποια κι αν είναι αυτή. Κάτι σαν 12κύλινδρο, εκατοντάδων ίππων που μετά από δυο γκαζιές κάνει πρα, πρα, πρα…

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μετά από πολλές αποστολές και ενάντια σε απίθανα εμπόδια, ο Ντομ Τορέτο και η οικογένεια του έχουν ξεγελάσει και ξεπεράσει κάθε αντίπαλο στο διάβα τους. Τώρα, βρίσκονται αντιμέτωποι με τον πιο φονικό εχθρό: μία τρομαχτική απειλή ξεπροβάλλει από τα σκοτάδια του παρελθόντος, διψάει για εκδίκηση και σκοπεύει να διαλύσει αυτή την οικογένεια και να καταστρέψει μια για πάντα όλους όσους και όλα όσα αγαπάει ο Ντομ.

Νυρεμβέργη

(“Nyurnberg”) Ιστορικό δράμα, ρώσικης και διεθνούς συμπαραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία του Νικολάι Λέμπεντεφ. Η Δίκη της Νυρεμβέργης για μία ακόμη φορά στη μεγάλη οθόνη, μέσα από την οπτική του Ρώσου σκηνοθέτη Λεμπέντεφ («Το Αστέρι») και βασισμένη στο βιβλίο του Αλεξάντερ Σβιάγκιντσεφ «Forever and ever». Ιδιαίτερα σκοτεινό και βαρυφορτωμένο ιστορικό δράμα, που έχει κάποιο ενδιαφέρον, ειδικά για τους θιασώτες ιστορικών γεγονότων, αλλά βρίσκεται πολύ μακριά από την αμερικάνικη φημισμένη ταινία του Στάνλεϊ Κρέιμερ, με τον αξέχαστο «δικαστή» Σπένσερ Τρέισι και μια πλειάδα κορυφαίων πρωταγωνιστών, από Μπαρτ Λάνκαστερ και Μάρλεν Ντίντριχ, μέχρι Μοντγκόμερι Κλιφτ, Μαξιμίλιαν Σελ και Τζούντι Γκάρλαντ. Το στόρι, έχει την ιστορική δίκη περισσότερο ως φόντο μίας δραματικής ιστορίας, που αποκαλύπτει τις θηριωδίες των Γερμανών στη Σοβιετική Ένωση και έχει ως πρωταγωνιστή έναν αξιωματικό πληροφοριών και μεταφραστή, που φτάνει στη Νυρεμβέργη για να αναζητήσει τον αδελφό του, που χάθηκε το 1942. Πρωταγωνιστούν οι Σεργκέι Κέμπο, Λιούμπφ Ακσιόνοβα, Εβγκένιν Μιρόνοφ, ενώ το εξαιρετικό ατμοσφαιρικό σάουντρακ είναι του μεγάλου μουσικοσυνθέτη Εντουάρντ Αρτέμιεφ (απεβίωσε στις 29 Δεκεμβρίου 2022), στενού συνεργάτη του Ταρκόφσκι και του Μιχάλκοφ.

Το Τεστ

(El Test) Ισπανική κωμωδία καταστάσεων και χαρακτήρων, από τον Ντάνι ντε λα Ορντέν. Ο νεαρός Ισπανός σκηνοθέτης, βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζόρντι Βαγιέχο, προσπαθώντας να αποφύγει τη θεατρικότητα, χάνει το μέτρο και την ανάπτυξη των χαρακτήρων, αν και η ταινία του διαθέτει ορισμένες ξεκαρδιστικές στιγμές και στιγμές συγκίνησης. Το στόρι βασίζεται στην ιδέα μίας δύσκολης, απ’ ό,τι φαίνεται, ερώτησης: «Τι θα προτιμούσατε; Εκατό χιλιάδες ευρώ τώρα ή ένα εκατομμύριο σε δέκα χρόνια;». Η ερώτηση απευθύνεται σε ένα παντρεμένο ζευγάρι τριαντάρηδων, με οικονομικά προβλήματα και ένα στεγαστικό δάνειο που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί, από έναν πλούσιο φίλο τους, πετυχημένο ψυχολόγο και γκουρού της αυτοβοήθειας, κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, στην πολυτελέστατη έπαυλή του. Ιντριγκαδόρικο θέμα, που αφορά όλο και περισσότερους ανθρώπους σε όλη την Ευρώπη, αλλά που αργεί να ανάψει το ενδιαφέρον, ξεμένει από σκηνοθετική έμπνευση και αγκομαχά στα δραματικά του κομμάτια. Παίζουν οι Αλμπέρτο Σαν Χουάν, Μίρεν Ιμπαργουρέν, Κάρλος Σάντος, Μπλάνκα Σουαρέζ κα.